Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Αρχές και σκοποί


Αρχές και σκοποί 

Βασικές θέσεις και σκοποί είναι δυο διαφορετικά πράγματα: εξάλλου στους σκοπούς συμφωνούν μαζί μας και οι αναρχικοί, γιατί και αυτοί είναι υπέρ της κατάργησης της εκμετάλλευσης και των ταξικών διακρίσεων. 
Στη ζωή μου συναντήθηκα και μίλησα όχι με πολλούς αναρχικούς, ωστόσο είδα αρκετούς απ αυτούς. Κάποτε κατόρθωνα να συμφωνήσω μαζί τους ως προς τους σκοπούς, αλλά ποτέ σχετικά με τις αρχές. Οι αρχές δεν είναι σκοπός, δεν είναι πρόγραμμα, δεν είναι τακτική και δεν είναι θεωρία. Τακτική και θεωρία δεν είναι αρχές.
Σε τι διαφέρουμε απ τους αναρχικούς από την άποψη των αρχών; 
Οι αρχές του κομμουνισμού βρίσκονται στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου και στη χρησιμοποίηση του κρατικού καταναγκασμού στη μεταβατική περίοδο. Αυτές είναι οι αρχές του κομμουνισμού, όμως δεν είναι αυτός ο σκοπός του. 
Λένιν, τ.44, σελ 24.

Η δικτατορία του προλεταριάτου στη Ρωσία προκάλεσε τέτοιες θυσίες, τέτοια φτώχια και τέτοιες στερήσεις για την κυρίαρχη τάξη για το προλεταριάτο που παρόμοιες δεν γνώρισε ποτέ η ιστορία. Και είναι πολύ πιθανό ότι και σε κάθε άλλη χώρα η υπόθεση θα τραβήξει ακριβώς τον ίδιο δρόμο. 
Γεννιέται το ερώτημα: πως θα κατανείμουμε αυτές τις στερήσεις; Είμαστε κρατική εξουσία. Είμαστε ως ένα βαθμό σε θέση να κατανέμουμε τις στερήσεις, φορτώνοντάς τες σε μερικές τάξεις κι έτσι ν ανακουφίσουμε σχετικά την κατάσταση ορισμένων στρωμάτων του πληθυσμού.
Με βάση ποια αρχή πρέπει να ενεργούμε; Με βάση την αρχή της δικαιοσύνης ή της πλειοψηφίας; Όχι. Πρέπει να ενεργούμε με πρακτικό τρόπο. Πρέπει να κάνουμε την κατανομή έτσι, που να διατηρήσουμε την εξουσία του προλεταριάτου. Αυτή είναι η μόνη αρχή μας.
Λένιν, τ. 44, σελ 46.


Για τη σοσιαλδημοκρατία υπάρχει ανάμεσα στην κοινωνική μεταρρύθμιση και την κοινωνική επανάσταση μια αδιάσπαστη σύνδεση, όπου ο αγώνας για την κοινωνική μεταρρύθμιση αποτελεί γι αυτήν το μέσο, ενώ η κοινωνική ανατροπή είναι ο σκοπός.
(Ρ. Λούξενμπουργκ, «Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση»).

Συμβιβασμοί, συμμαχίες και μεταρρυθμίσεις


Συμβιβασμοί, συμμαχίες και μεταρρυθμίσεις


Συμβιβασμός ονομάζεται στην πολιτική, η παραίτηση κάποιου από ορισμένες διεκδικήσεις, η παραίτησή του από ένα μέρος των διεκδικήσεών του, σαν αποτέλεσμα συμφωνίας με άλλο κόμμα.
Οι συμβιβασμοί που κάνει ένα μαχόμενο κόμμα, συχνά του επιβάλλονται αναπόφευκτα από τις περιστάσεις, και είναι παράλογο ν αρνηθείς μια για πάντα «να εισπράξεις κατά δόσεις όσα σου χρωστάνε».
Το καθήκον ενός αληθινά επαναστατικού κόμματος συνίσταται όχι στο να διακηρύττει πως είναι αδύνατον να παραιτηθεί από κάθε συμβιβασμό, αλλά στο να ξέρει να διατηρεί μέσω όλων αυτών των συμβιβασμών, στο βαθμό που είναι αναπόφευκτοι, την πίστη στις αρχές του, στην τάξη του, στα επαναστατικό του καθήκον, στο έργο του της προετοιμασίας της επανάστασης και της διαπαιδαγώγησης των λαϊκών μαζών για τη νίκη της επανάστασης.
Το να δεχτούμε να πάρουμε μέρος στην 3η και στην 4η Δούμα ήταν συμβιβασμός, προσωρινή παραίτηση απ τις επαναστατικές διεκδικήσεις. Ήταν όμως ένας απόλυτα αναγκαστικός συμβιβασμός.
Τώρα στην ημερήσια διάταξη μπαίνει το ζήτημα όχι ενός αναγκαστικού, αλλά ενός θεληματικού συμβιβασμού. Τώρα έχει επέλθει μια τόσο απότομη και τόσο πρωτότυπη στροφή στη ρωσική επανάσταση, που μπορούμε σαν κόμμα να προτείνουμε έναν θεληματικό συμβιβασμό. Μόνο σαν εξαίρεση, μόνο λόγω της ιδιαίτερης κατάστασης. Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ, κυβέρνηση από εσέρους και μενσεβίκους, υπόλογη απέναντι στα Σοβιέτ. Η κυβέρνηση αυτή θα μπορούσε να εξασφαλίσει με πολύ μεγάλες πιθανότητες την ειρηνική κίνηση προς τα μπρος της ρωσικής επανάστασης. Ο συμβιβασμός θα συνίστατο στο ότι οι μπολσεβίκοι χωρίς να έχουν την αξίωση συμμετοχής στην κυβέρνηση, θα παραιτούνταν απ τις επαναστατικές μεθόδους πάλης και τη διεκδίκηση να προβάλλουν αμέσως το πέρασμα της εξουσίας στο προλεταριάτο και στους φτωχούς αγρότες. Όρος θα ήταν η πλήρης ελευθερία ζύμωσης και η σύγκλιση της Συντακτικής Συνέλευσης χωρίς καινούργιες αναβολές. Ίσως αυτό να είναι πια αδύνατο; Ίσως. Αν όμως υπάρχει δυνατότητα ακόμη κι ένα στα εκατό, τότε και πάλι θα άξιζε τον κόπο να γίνει προσπάθεια να πραγματοποιηθεί η δυνατότητα αυτή.
(Λένιν, τ. 34, σελ. 133-136, «Για τους συμβιβασμούς»).


Μόνο όποιος δεν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του μπορεί να φοβάται τις προσωρινές συμμαχίες, έστω και με ανθρώπους ασταθείς. Και κανένα πολιτικό κόμμα δεν θα μπορούσε να υπάρξει δίχως τέτοιες συμμαχίες.
(Λένιν, τ. 6, σελ 16, «Τι να κάνουμε»).


Η στάση του μαρξισμού απέναντι στο δρόμο της ιστορίας με ζιγκ-ζάγκ μοιάζει ουσιαστικά με τη στάση του απέναντι στους συμβιβασμούς. Κάθε στροφή της ιστορίας που συντελείται με ζίγκ-ζάγκ είναι συμβιβασμός, συμβιβασμός ανάμεσα στο παλιό, που δεν είναι πια αρκετά δυνατό για ν αρνηθεί εντελώς το καινούργιο, και στο καινούργιο, που δεν είναι ακόμη αρκετά δυνατό, για ν ανατρέψει εντελώς το παλιό.
Ο μαρξισμός δεν αρνείται τους συμβιβασμούς, θεωρεί απαραίτητο να τους χρησιμοποιεί, αυτό όμως δεν αποκλείει καθόλου το γεγονός ότι ο μαρξισμός, σαν ζωντανή και σε δράση ιστορική δύναμη, παλεύει με τον πιο ενεργητικό τρόπο ενάντια στους συμβιβασμούς.
Όποιος δεν μπορεί να κατανοήσει αυτή τη φαινομενική αντίφαση, δεν έχει μάθει ούτε την αλφαβήτα του μαρξισμού.
Το ζήτημα έλεγε ο Ένγκελς, δεν είναι να ορκιζόμαστε να μην χρησιμοποιούμε τους συμβιβασμούς, που σ αυτούς μας καταδικάζουν τα γεγονότα (ή μας αναγκάζουν τα γεγονότα). Το ζήτημα είναι να κατανοήσουμε με σαφήνεια τους πραγματικούς επαναστατικούς σκοπούς του προλεταριάτου και να είμαστε ικανοί να επιδιώκουμε την πραγματοποίησή τους, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ζίγκ-ζάγκ και συμβιβασμούς.
(Λένιν, τ. 16, σελ 10, «Ενάντια στην αποχή»).

Το να αρνιέσαι τους συμβιβασμούς «από άποψη αρχών», το να αρνιέσαι γενικά οποιονδήποτε συμβιβασμό, αποτελεί παιδαριωδία, που είναι δύσκολο ακόμη και να την πάρει κανείς στα σοβαρά. Ο πολιτικός που θέλει να είναι ωφέλιμος στο επαναστατικό προλεταριάτο, πρέπει να ξέρει να ξεχωρίζει τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, εκείνων ακριβώς των συμβιβασμών, που είναι απαράδεκτοι, που εκφράζουν οπορτουνισμό και προδοσία, και να κατευθύνει όλη τη δύναμη της κριτικής του, όλη την αιχμή ενός αμείλικτου ξεσκεπάσματος και ενός ανειρήνευτου πολέμου ενάντια σ αυτούς τους συγκεκριμένους συμβιβασμούς, χωρίς να επιτρέπει στους πολύπειρους «καταφερτζήδες» σοσιαλιστές και στους κοινοβουλευτικούς Ιησουϊτες, να ξεφεύγουν και να ξεγλιστρούν από τις ευθύνες, με επιχειρήματα για «συμβιβασμούς γενικά». Υπάρχουν συμβιβασμοί και συμβιβασμοί. Πρέπει να ξέρεις ν αναλύεις την κατάσταση και τους συγκεκριμένους όρους κάθε συμβιβασμού ή κάθε ποικιλίας συμβιβασμών. Πρέπει να μάθεις να ξεχωρίζεις τον άνθρωπο που έδωσε στους ληστές λεφτά και όπλα για να περιορίσει το κακό που έκαναν οι ληστές και να διευκολύνει τη σύλληψη και την εκτέλεσή τους, από τον άνθρωπο που δίνει στους ληστές λεφτά και όπλα για να πάρει μέρος στο μοίρασμα της ληστρικής λείας.
(Λένιν, τ. 41, σελ. 20, «Ο αριστερισμός»).

(Οι άνθρωποι πρέπει να ξέρουν) πως όλα τα όρια και στη φύση και στην κοινωνία, είναι κινητά και ως ένα βαθμό συμβατικά.
Στα πρακτικά ζητήματα της πολιτικής, σε κάθε χωριστή ή ειδική ιστορική στιγμή, το σπουδαίο είναι να ξέρεις να ξεχωρίζεις τα ζητήματα στα οποία εκδηλώνεται η κυριότερη μορφή των συμβιβασμών που είναι απαράδεκτοι, προδοτικοί, και να κατευθύνεις όλες σου τις προσπάθειες στο ξεσκέπασμά τους και στην καταπολέμησή τους.
Όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού, και πριν και μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, είναι γεμάτη από περιπτώσεις ελιγμών, συμφωνιών, συμβιβασμών με άλλα κόμματα, χωρίς να εξαιρούνται και τα αστικά κόμματα.
Μπορείς να νικήσεις έναν πιο ισχυρό αντίπαλο, μόνο εντείνοντας στο έπακρο τις δυνάμεις, και χρησιμοποιώντας υποχρεωτικά, με την πιο μεγάλη επιμέλεια, φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα, κάθε, έστω και την ελάχιστη «ρωγμή» ανάμεσα στους εχθρούς, κάθε αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στην αστική τάξη των διαφόρων χωρών, ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ή κατηγορίες της αστικής τάξης στο εσωτερικό κάθε χώρας, όπως και κάθε, έστω και την ελάχιστη δυνατότητα ν αποκτήσεις μαζικό σύμμαχο, έστω και προσωρινό, ταλαντευόμενο, ασταθή, αβέβαιο και συμβατικό. Όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, δεν κατάλαβε ούτε κόκκο απ το μαρξισμό και απ τον επιστημονικό, σύγχρονο, σοσιαλισμό γενικά. Η θεωρία μας δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση.
Ο καπιταλισμός δεν θα ήταν καπιταλισμός, αν το «καθαρό» προλεταριάτο δεν ήταν περιτριγυρισμένο από ένα σωρό εξαιρετικά πολύμορφους μεταβατικούς τύπους, από τον προλετάριο ως τον μισοπρολετάριο, από τον μισοπρολετάριο ως τον μικροαγρότη κλπ, αν μέσα στο ίδιο το προλεταριάτο δεν υπήρχαν διαιρέσεις σε περισσότερο και λιγότερο ανεπτυγμένα στρώματα, διαιρέσεις τοπικές, επαγγελματικές, κάποτε θρησκευτικές κλπ. Απ όλα αυτά απορρέει η απόλυτη ανάγκη για την πρωτοπορία του προλεταριάτου, να καταφεύγει σε ελιγμούς, σε συμφωνίες, σε συμβιβασμούς με τις διάφορες ομάδες των προλετάριων, με τα διάφορα κόμματα των εργατών και των μικρονοικοκυρέων. Όλο το πρόβλημα είναι να ξέρεις να εφαρμόζεις αυτή την τακτική, έτσι που να ανεβάζεις και όχι να χαμηλώνεις το γενικό επίπεδο της προλεταριακής συνειδητότητας, της επαναστατικότητας και της ικανότητας για τον αγώνα και τη νίκη.
Οι μικροαστοί δημοκράτες ταλαντεύονται αναπόφευκτα ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο. Η σωστή τακτική των κομμουνιστών πρέπει να συνίσταται στο να εκμεταλλεύονται αυτές τις ταλαντεύσεις, και όχι να τις αγνοούν. Η εκμετάλλευσή τους, απαιτεί υποχωρήσεις απέναντι στα στοιχεία εκείνα που προσανατολίζονται, από τη στιγμή και στο μέτρο που προσανατολίζονται, προς το προλεταριάτο, παράλληλα με τον αγώνα ενάντια σε εκείνους που προσανατολίζονται προς την αστική τάξη.
Να δένουμε προκαταβολικά τα χέρια μας, να λέμε ανοιχτά στον εχθρό, που τώρα είναι καλύτερα εξοπλισμένος από μας, αν θα τον πολεμήσουμε και πότε, είναι ανοησία και όχι επαναστατισμός. Να δεχόμαστε τη μάχη, όταν αυτό συμφέρει ολοφάνερα στον αντίπαλο και όχι σε μας, είναι έγκλημα, και δεν αξίζουν πεντάρα οι πολιτικοί ηγέτες της επαναστατικής τάξης, που δεν ξέρουν να κάνουν «ελιγμούς, συμφωνίες, συμβιβασμούς» για ν αποφύγουν μια μάχη κατάφωρα ασύμφωρη.
(Λένιν, τ. 41, σελ. 53-62, «Ο αριστερισμός»).


Και ο αμερικανικός λαός χρησιμοποίησε προ πολλού και με όφελος για την επανάσταση την τακτική αυτή. Όταν διεξήγαγε το μεγάλο απελευθερωτικό του πόλεμο ενάντια στους άγγλους δυνάστες, απέναντί του ορθώνονταν επίσης και οι γάλλοι και οι ισπανοί δυνάστες, στους οποίους ανήκε ένα μέρος απ το τωρινό έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών της Βόρειας Αμερικής. Στο δύσκολο απελευθερωτικό του πόλεμο, ο αμερικανικός λαός έκλεισε επίσης «συμφωνίες» με μερικούς δυνάστες ενάντια στους άλλους, για την εξασθένιση των δυναστών και την ενίσχυση εκείνων που πάλευαν επαναστατικά ενάντια στην καταπίεση, για το συμφέρον των καταπιεζόμενων μαζών. Ο αμερικανικός λαός εκμεταλλεύτηκε τη διχόνοια που υπήρχε ανάμεσα στους γάλλους, ισπανούς και άγγλους, που και που μάλιστα, πολέμησε μαζί με τα στρατεύματα των γάλλων και ισπανών δυναστών, τους άγγλους δυνάστες, νίκησε στην αρχή τους άγγλους, και έπειτα απελευθερώθηκε (εν μέρει με εξαγορά) και από τους γάλλους και από τους ισπανούς.
(Λένιν, τ. 37, σελ. 56, «Γράμμα προς τους αμερικανούς εργάτες»).


Είναι σωστό ότι οι Χέντερσον , οι Κλάϊνς, οι Μακντόναλντ, οι Σνόουντεν είναι άνθρωποι αδιόρθωτα αντιδραστικοί. Από δω όμως δεν έπεται καθόλου ότι η υποστήριξή τους αποτελεί προδοσία της επανάστασης, αλλά ότι προς το συμφέρον της επανάστασης οι επαναστάτες της εργατικής τάξης πρέπει να παρέχουν σ αυτούς τους κυρίους ορισμένη κοινοβουλευτική υποστήριξη.
(Λένιν, τ. 41, σελ 65-66, «Αριστερισμός, παιδική αρρώστεια του κομμουνισμού»).

Από πού βγαίνει ότι «η μεγάλη, η νικηφόρα, η παγκόσμια» επανάσταση, μπορεί και πρέπει να εφαρμόζει μόνο επαναστατικές μεθόδους; Δεν βγαίνει από πουθενά. Και είναι απλούστατα και απόλυτα λαθεμένο.
Η ειρήνη του Μπρέστ ήταν ένα παράδειγμα δράσης που δεν ήταν καθόλου επαναστατική, αλλά δράση μεταρρυθμιστική ή και ακόμα χειρότερη από μεταρρυθμιστική, γιατί ήταν μια ενέργεια προς τα πίσω, ενώ οι μεταρρυθμιστικές ενέργειες κατά γενικό κανόνα τραβούν αργά, προσεκτικά, βαθμιαία προς τα μπρος και δεν πάνε προς τα πίσω.
(Λένιν, τ. 44, σελ. 223, 224, «Η σημασία του χρυσού»).


Η προλεταριακή ή σοσιαλιστική δουλειά της επανάστασής μας ανάγεται στα εξής τρία σημεία: 1. Επαναστατική έξοδος απ τον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. 2. Δημιουργία του σοβιετικού καθεστώτος. 3. Οικοδόμηση των βάσεων της οικονομίας του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Στον τομέα αυτό δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί το κυριότερο, το πιο βασικό. Μια και το κυριότερο στη βάση του δεν έχει ολοκληρωθεί, σ αυτό πρέπει να στρέψουμε όλη την προσοχή μας. Η δυσκολία εδώ βρίσκεται στη μορφή του περάσματος. Πρέπει να ξέρεις να βρίσκεις σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή τον ιδιαίτερο εκείνο κρίκο της αλυσίδας απ όπου πρέπει να πιαστείς με όλες σου τις δυνάμεις για να κρατάς όλη την αλυσίδα και να προετοιμάσεις σταθερά το πέρασμα στον κατοπινό κρίκο. Στη δοσμένη στιγμή, τέτοιος κρίκος είναι το ζωντάνεμα του εσωτερικού εμπορίου, με τη σωστή ρύθμισή του από το κράτος. Το εμπόριο, να ο κρίκος στην ιστορική αλυσίδα των γεγονότων, στις μεταβατικές μορφές της σοσιαλιστικής μας οικοδόμησης. Αυτό φαίνεται παράξενο. Κομουνισμός και εμπόριο;! Είναι κάτι πια το πολύ ακατάληπτο, παράλογο, άσχετο. Αν όμως το σκεφτούμε από οικονομική άποψη, το ένα δεν απέχει από το άλλο περισσότερο απ όσο απέχει ο κομμουνισμός από τη μικρή αγροτική, την πατριαρχική γεωργία. Όταν θα νικήσουμε σε παγκόσμια κλίμακα, θα φτιάξουμε νομίζω από χρυσό δημόσια αποχωρητήρια στους δρόμους ορισμένων απ τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου. Για την ώρα όμως πρέπει να προσέχουμε το χρυσό της ΣΟΣΔΡ, να τον πουλάμε όσο το δυνατόν ακριβότερα, να αγοράζουμε μ αυτόν όσο το δυνατόν φθηνότερα τα εμπορεύματα. Όταν ζεις με λύκους, πρέπει να ουρλιάζεις σαν λύκος. Όσο για το ότι πρέπει να εξοντωθούν όλοι οι λύκοι, όπως ταιριάζει σε μια λογική ανθρώπινη κοινωνία, ας αρκεστούμε στη σοφή ρωσική παροιμία: να μην παινεύεσαι όταν πας στον πόλεμο, να παινεύεσαι όταν γυρνάς απ τον πόλεμο.
Το εμπόριο είναι η μόνη δυνατή οικονομική σύνδεση ανάμεσα στις δεκάδες εκατομμύρια μικρογεωργούς και τη μεγάλη βιομηχανία, εάν… εάν δίπλα σ αυτούς τους γεωργούς δεν υπάρχει μια υπέροχη μεγάλη εκμηχανισμένη βιομηχανία με ένα δίχτυ από ηλεκτρικούς αγωγούς, μια βιομηχανία ικανή να εφοδιάζει τους μικρογεωργούς με τα καλύτερα προϊόντα σε μεγαλύτερη ποσότητα, πιο γρήγορα και πιο φτηνά από πριν. Σε παγκόσμια κλίμακα αυτό το «εάν» έχει ήδη πραγματοποιηθεί, όμως μια χωριστή χώρα που δοκίμασε μονομιάς και άμεσα να πραγματοποιήσει, να κάνει πράξη, να οργανώσει πρακτικά τη νέα σύνδεση της βιομηχανίας με τη γεωργία, δεν μπόρεσε να εκτελέσει αυτό το καθήκον με «επίθεση κατά μέτωπο» και τώρα πρέπει να το εκτελέσει με μια σειρά αργές, βαθμιαίες, προσεκτικές «πολιορκητικές» ενέργειες. Η προλεταριακή κρατική εξουσία μπορεί να πάρει στα χέρια της το εμπόριο, να του δόσει κατεύθυνση, να το τοποθετήσει μέσα σε ορισμένα πλαίσια.
(Λένιν, τ. 44, σελ. 225-227, «Η σημασία του χρυσού»).


Πριν από τη νίκη του προλεταριάτου οι μεταρρυθμίσεις είναι δευτερεύον προϊόν της επαναστατικής ταξικής πάλης. Ύστερα απ τη νίκη, οι μεταρρυθμίσεις (εξακολουθώντας να είναι σε διεθνή κλίμακα το ίδιο «δευτερεύον προϊόν») αποτελούν για τη χώρα όπου κερδήθηκε η νίκη, εκτός απ αυτό και μια απαραίτητη και νόμιμη ανάπαυλα στις περιπτώσεις που ύστερα από μια υπερένταση των δυνάμεων στον ανώτατο βαθμό, είναι ολοφάνερο ότι οι δυνάμεις δεν επαρκούν για την επαναστατική πραγματοποίηση τούτου ή εκείνου του περάσματος. Η νίκη εξασφαλίζει ένα τέτοιο «απόθεμα δυνάμεων» που μας επιτρέπει να κρατηθούμε ακόμη και σε περίπτωση αναγκαστικής υποχώρησης, να κρατηθούμε και με την υλική και με την ηθική έννοια.
Υποχωρήσαμε προς τον κρατικό καπιταλισμό. Υποχωρήσαμε όμως με μέτρο. Τώρα υποχωρούμε προς τη ρύθμιση του εμπορίου απ το κράτος. Θα υποχωρήσουμε όμως με μέτρο.
(Λένιν, τ. 44, σελ. 228, 229, «Η σημασία του χρυσού»).


Στη γνωστή εργασία του Κάουτσκι Η κοινωνική επανάσταση» εξηγείται καθαρά ότι η μεταρρύθμιση διαφέρει απ την επανάσταση με το ότι η εξουσία παραμένει στα χέρια της τάξης των καταπιεστών, που καταπνίγουν την εξέγερση των καταπιεζόμενων με παραχωρήσεις αποδεκτές για τους καταπιεστές, χωρίς την κατάργηση της εξουσίας τους.
(Λένιν, τ. 15, σελ. 84, «Η πλατφόρμα της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας»).


…μόνο με την υψηλή συνειδητότητα και τη γερή οργάνωση των μαζών, οι ενδεχόμενες παραχωρήσεις της απολυταρχίας μπορούν να μετατραπούν από μέσα εξαπάτησης και διαφθοράς, σε μέσα για την παραπέρα ανάπτυξη της επανάστασης.
Εμείς δεν αρνούμαστε γενικά τη δυνατότητα ορισμένων μερικότερων παραχωρήσεων και δεν παίρνουμε όρκο ότι δεν θα τις εκμεταλλευτούμε.
Όμως το κόμμα της εργατικής τάξης, χωρίς να αρνείται να δεχτεί την «πληρωμή με δόσεις» (έκφραση του Ένγκελς), δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να ξεχνά την άλλη πλευρά του ζητήματος, που είναι ιδιαίτερα σημαντική και που πολύ συχνά οι φιλελεύθεροι και οι οπορτουνιστές την παραβλέπουν, και συγεκριμένα: το ρόλο των «παραχωρήσεων» σαν μέσου εξαπάτησης και διαφθοράς.
(Λένιν, τ. 15, σελ. 89-90, «Η πλατφόρμα της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας»).
           

Κάθε μεταρρύθμιση είναι τότε μόνο μεταρρύθμιση (κι όχι αντιδραστικό είτε συντηρητικό μέτρο), όταν σημαίνει ένα ορισμένο βήμα, ένα ορισμένο «σταθμό» προς το καλύτερο. Στην καπιταλιστική κοινωνία, όμως, κάθε μεταρρύθμιση έχει διπλό χαρακτήρα. Η μεταρρύθμιση είναι μια παραχώρηση που κάνουν οι ιθύνουσες τάξεις για να φρενάρουν, να εξασθενίσουν ή να σβήσουν την επαναστατική πάλη, για να διασπάσουν τη δύναμη και την ενεργητικότητα των επαναστατικών τάξεων, για να συσκοτίσουν τη συνείδησή τους κλπ.
Γι αυτό η επαναστατική σοσιαλδημοκρατία, χωρίς να παραιτείται καθόλου απ τη χρησιμοποίηση των μεταρρυθμίσεων, με σκοπό την ανάπτυξη της επαναστατικής ταξικής πάλης, σε καμιά περίπτωση δεν «υιοθετεί»                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                      τα μεσοβέζικα αστικομεταρρυθμιστικά συνθήματα.
Η σοσιαλδημοκρατία θεωρεί τις μεταρρυθμίσεις και χρησιμοποιεί τις μεταρρυθμίσεις, σαν δευτερεύον προϊόν της επαναστατικής ταξικής πάλης του προλεταριάτου.
«Υιοθετώντας τα πάντοτε μεσοβέζικα, πάντοτε κουτσουρεμένα, πάντοτε υποκριτικά συνθήματα του αστικού μεταρρυθμισμού, στην πραγματικότητα εμείς δεν δυναμώνουμε, αλλά μειώνουμε την πιθανότητα, τη δυνατότητα και την προσέγγιση της πραγματοποίησης της μεταρρύθμισης. Γιατί η πραγματική δύναμη που γεννά τις μεταρρυθμίσεις, είναι η δύναμη του επαναστατικού προλεταριάτου, η δύναμη της συνειδητότητάς του, της συνοχής του, της ακλόνητης αποφασιστικότητάς του στην πάλη. Αυτές τις ιδιότητες του μαζικού κινήματος, τις εξασθενούμε και τις παραλύουμε όταν ρίχνουμε μέσα στις μάζες αστικομεταρρυθμιστικά συνθήματα.
(Λένιν, τ. 15, σελ. 109-110, «Πως δεν πρέπει να γράφονται οι αποφάσεις»).


Το προλεταριάτο διαφέρει απ τις άλλες τάξεις που καταπιέζονται απ την αστική τάξη και βρίσκονται αντιμέτωπες σ αυτή ακριβώς γιατί, δεν στηρίζει τις ελπίδες του στη συγκράτηση της αστικής ανάπτυξης, στην άμβλυνση ή στο μετριασμό της ταξικής πάλης, αλλά απεναντίας, στην πλέρια και ελεύθερη ανάπτυξή της, στην επιτάχυνση της αστικής προόδου. Στην εξελισσόμενη κεφαλαιοκρατική κοινωνία δεν μπορούν να εξαλειφθούν τα υπολείμματα της δουλοπαροικίας που συγκρατούν την ανάπτυξή της, χωρίς να δυναμώσει και να στερεωθεί απ αυτό η αστική τάξη. Το να «συγχύζεται» κανείς απ αυτό, σημαίνει να επαναλαβαίνει το λάθος των σοσιαλιστών εκείνων που έλεγαν ότι δεν μας χρειάζεται πολιτική ελευθερία, γιατί αυτή θα δυναμώσει και θα στεριώσει την κυριαρχία της αστικής τάξης.
Εννοείται ότι το προλεταριάτο δεν υποστηρίζει όλα τα μέτρα που επιταχύνουν την αστική πρόοδο, αλλά μόνο εκείνα που επιδρούν άμεσα στο δυνάμωμα της ικανότητας της εργατικής τάξης να παλαίψει για την απελευθέρωσή της.
(Λένιν, τ. 6, σελ. 324, «Το αγροτικό πρόγραμμα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας»).

Εμείς αγωνιζόμαστε μόνο για τέτοια βελτίωση της θέσης των εργατών που ανεβάζει την ικανότητά τους να διεξάγουν ταξική πάλη, δηλ τέτοια βελτίωση που το ανέβασμα των όρων ζωής να μην συνοδεύεται από τη διαφθορά της πολιτικής συνείδησης, απ την κηδεμονία της αστυνομίας, απ την καθήλωση στον τόπο διαμονής, απ την υποδούλωση στον «ευεργέτη», απ την καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κλπ.
(Λένιν, τ. 6, σελ. 369, «Γράμμα στη βόρεια ένωση του ΣΔΕΚΡ»).


Η έννοια της μεταρρύθμισης είναι αναμφισβήτητα αντίθετη προς την έννοια της επανάστασης. Η αντίθεση όμως αυτή δεν είναι απόλυτη, το όριο αυτό δεν είναι νεκρό, αλλά ζωντανό, κινητό όριο, που πρέπει να ξέρεις να το καθορίζεις σε κάθε χωριστή συγκεκριμένη περίπτωση.
(Λένιν, τ. 20, σελ. 172, «Απ αφορμή μια επέτειο»).

Η απόφαση αυτή (του 2ου συνεδρίου του κόμματος), αναγνωρίζοντας την ανάγκη να υποστηριχτεί η αστική δημοκρατία απ το προλεταριάτο, δεν πέφτει σε πολιτικάντικη αλληλοαναγνώριση, αλλά ανάγει το ζήτημα στην κοινότητα πάλης: «στο βαθμό που η αστική τάξη είναι επαναστατική ή μόνο αντιπολιτευτική στην πάλη της ενάντια στο τσαρισμό, στο βαθμό αυτό οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να την υποστηρίζουν».
Απεναντίας η απόφαση Σταροβέρ, δεν κάνει ταξική ανάλυση του φιλελευθερισμού και του δημοκρατισμού. Είναι γεμάτη καλές προθέσεις, επινοεί όρους συμφωνίας, όσο μπορεί πιο έξοχους και πιο ωραίους, δυστυχώς όμως όρους πλασματικούς, όρους στα λόγια: οι φιλελεύθεροι ή οι δημοκράτες πρέπει να δηλώσουν το και το, να μην προβάλλουν τις τάδε ή τάδε διεκδικήσεις, να κάνουν σύνθημά τους το και το. Λες και η ιστορία της αστικής δημοκρατίας δεν έχει κάνει παντού και ολούθε τους εργάτες προσεκτικούς σ ό,τι αφορά την πίστη σε δηλώσεις, διεκδικήσεις και συνθήματα! Λες και η ιστορία της αστικής δημοκρατίας δεν μας έχει δείξει εκατοντάδες παραδείγματα, που οι αστοί δημοκράτες έριχναν συνθήματα όχι μόνο για πλήρη ελευθερία, μα και για ισότητα, συνθήματα σοσιαλισμού, χωρίς μ αυτό να παύουν να είναι αστοί δημοκράτες και να συσκοτίζουν έτσι ακόμα περισσότερο τη συνείδηση του προλεταριάτου. Η διανοουμενίστικη πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας θέλει να καταπολεμήσει αυτή τη συσκότιση, προβάλλοντας στους αστούς δημοκράτες όρους για μη συσκότιση! Η προλεταριακή πτέρυγα παλαίβει αναλύοντας το ταξικό περιεχόμενο του δημοκρατισμού. Η διανοουμενίστικη πτέρυγα κυνηγάει όρους συμφωνιών μόνο στα λόγια. Η προλεταριακή απαιτεί έμπραχτη κοινότητα πάλης. Η διανοουμενίστικη σκαρώνει ένα μέτρο διάκρισης μιας καλής και αγαθής αστικής τάξης που αξίζει να κλείσεις μαζί της συμφωνία. Η προλεταριακή δεν περιμένει καμιά καλοσύνη απ την αστική τάξη, υποστηρίζει όμως κάθε αστική τάξη, έστω και τη χειρότερη, στο βαθμό που αυτή παλαίβει στην πράξη ενάντια στον τσαρισμό. Η διανοουμενίστικη ξεστρατίζει σε μια μπακάλικη άποψη: αν περάσετε με το μέρος των σοσιαλδημοκρατών κι όχι των σοσιαλιστών-επαναστατών, τότε δεχόμαστε να κλείσουμε συμφωνία ενάντια στον κοινό εχθρό, διαφορετικά όχι. Η προλεταριακή πτέρυγα ακολουθεί την άποψη της σκοπιμότητας: η υποστήριξή μας προς εσάς εξαρτάται αποκλειστικά απ το αν μπορούμε μ αυτό τον τρόπο να καταφέρουμε πιο έντεχνα, έστω και το παραμικρότερο χτύπημα στον εχθρό μας.
(Λένιν, τ. 9, σελ. 183, «Εργατική και αστική δημοκρατία»).

Εξηγήσεις σε παρανοήσεις-Επιχειρήματα


Εξηγήσεις σε παρανοήσεις-Επιχειρήματα

Ένα από τα καιριότερα συνθήματα στην προπαγανδιστική εκστρατεία των σοσιαλδημοκρατών και προπαντός των συνδικαλιστών ηγετών είναι ότι οι οικονομικές κρίσεις συμβαίνουν κυρίως γιατί οι καπιταλιστές είναι κοντόφθαλμοι και δεν αντιλαμβάνονται το απλό γεγονός ότι οι μάζες των εργατών είναι οι καλύτεροι πελάτες τους και ότι εκείνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να δώσουν στους εργάτες αυτούς υψηλότερα ημερομίσθια για να εξασφαλίσουν τη διατήρηση μιας σταθερής αγοραστικής δύναμης για τα αγαθά τους κέτσι ναποφύγουν κάθε κίνδυνο κρίσης.
Αυτό το επιχείρημα είναι πολύ αρεστό στον κόσμο αλλά είναι συγχρόνως κι ολότελα απατηλό, ο δε Μαρξ το αποκρούει με τα παρακάτω λόγια: «Είναι καθαρή ταυτολογία να λέμε ότι οι κρίσεις δημιουργούνται από την έλλειψη ικανοποιητικής κατανάλωσης ή ικανοποιητικού αριθμού καταναλωτών. Το καπιταλιστικό σύστημα δεν αναγνωρίζει παρά μόνο καταναλωτές που διαθέτουν αγοραστική δύναμη, αφαιρώντας εκείνους που παίρνουν βοήθεια σύμφωνα με τον νόμο προστασίας των φτωχών ή των "αλητών". Το ότι υπάρχουν εμπορεύματα που δεν μπορούν να πουληθούν δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά το ότι δεν υπάρχουν αγοραστές ή καταναλωτές γιαυτά. Αν δε ο κόσμος έχει την τάση να δώσει στην ταυτολογία αυτή κάποιο φαινομενικά βαθύτερο νόημα λέγοντας ότι η εργατική τάξη δεν παίρνει αρκετά από το ίδιο το προϊόν της εργασίας της και ότι το κακό θα εξαφανιζόταν αμέσως μόλις θα ελάμβανε ένα μεγαλύτερο μερίδιο, δηλαδή αν τα ημερομίσθια της αύξαναν, το μόνο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι οι κρίσεις ακολουθούν πάντοτε περιόδους κατά τις όποιες τα ημερομίσθια γενικώς ανέρχονται, η δε εργατική τάξη παίρνει ένα μεγαλύτερο σχετικώς μερίδιο από το ετήσιο προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση. Από την άποψη των γενναίων αυτών υποστηρικτών του "απλού κοινού νου" τέτοιες περίοδοι θα έπρεπε να προλαμβάνουν την εμφάνιση των κρίσεων. Θα έπρεπε λοιπόν να συμπεράνει κανείς ότι η καπιταλιστική παραγωγή περιλαμβάνει συνθήκες που είναι ανεξάρτητες από κάθε καλή ή κακή θέληση και που επιτρέπουν τέτοιες περιόδους σχετικής ευημερίας για την εργατική τάξη μόνο προσωρινά και πάντοτε σαν προάγγελους της επερχόμενης κρίσης».
(
ΔΥΟ ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
Ρόζα Λούξεμπουργκ - Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ)

ΓΙΑ ΤΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ


ΓΙΑ ΤΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

Το χαμηλό αυτό πολιτιστικό επίπεδο, κάνει ώστε το Σοβιέτ που σύμφωνα με το πρόγραμμά τους είναι όργανα διοίκησης μέσω των εργαζομένων, στην πραγματικότητα να γίνονται όργανα διοίκησης για τους εργαζόμενους μέσω του πρωτοπόρου στρώματος του προλεταριάτου και όχι μέσω των εργαζόμενων μαζών.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 38, σελίδα 172).


Καταγραφή και έλεγχος, να ποιο είναι το κύριο που χρειάζεται για τη ρύθμιση, για τη σωστή λειτουργία της 1ης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 36, σελίδα 314).

Εδώ δεν παλεύει ο κρατικός καπιταλισμός ενάντια στο σοσιαλισμό., αλλά η μικροαστική τάξη και ο ιδιωτικός καπιταλισμός παλεύουν μαζί, από κοινού και ενάντια στον κρατικό καπιταλισμό και ενάντια στο σοσιαλισμό.
Η μικροαστική τάξη αντιστέκεται σε κάθε κρατική παρέμβαση, καταγραφή και έλεγχο, τόσο κρατικο-καπιταλιστική, όσο και κρατικο-σοσιαλιστική.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 36, σελίδα 296).

Ποιες είναι οι οικονομικές ρίζες της γραφειοκρατίας; Οι ρίζες αυτές είναι κυρίως δύο ειδών:
Από το ένα μέρος, η αναπτυγμένη αστική τάξη ακριβώς για να καταπολεμήσει το επαναστατικό κίνημα των εργατών (εν μέρει και των αγροτών), έχει ανάγκη από έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό, πρώτα-πρώτα στρατιωτικό, ύστερα δικαστικό κλπ. Αυτό δεν υπάρχει στη χώρα μας. τα δικαστήριά μας είναι ταξικά, ενάντια στην αστική τάξη. Ο στρατός μας είναι ταξικός, ενάντια στην αστική τάξη. Γραφειοκρατία δεν υπάρχει στο στρατό, αλλά στους οργανισμούς που τον εξυπηρετούν.
Στη χώρα μας η οικονομική ρίζα της γραφειοκρατίας είναι άλλη: το κομμάτιασμα, η διασπορά του μικρού παραγωγού, η φτώχεια του, το χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο, η έλλειψη δρόμων, η αγραμματοσύνη, η έλλειψη ανταλλαγών ανάμεσα στη γεωργία και τη βιομηχανία, η ελλιπής σύνδεση και η αμοιβαία επικοινωνία ανάμεσά τους.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 43, σελίδα 230).


Η σκέψη του Μάρξ συνίσταται στο ότι η εργατική τάξη πρέπει να συντρίψει, να τσακίσει την «έτοιμη κρατική μηχανή» και να μην περιοριστεί στην απλή κατάληψή της.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 3, σελίδα 37).

Ουσιαστικά εμείς πήραμε τον παλιό μηχανισμό απ τον τσάρο και την αστική τάξη όλη η δουλειά πρέπει να στραφεί προς τη βελτίωση του μηχανισμού.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 45, σελίδα 347).

Κληρονομήσαμε τον παλιό κρατικό μηχανισμό κι αυτό ήταν η συμφορά μας. Κάτω όμως διευθύνουν όπως θέλουν αυτοί.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 29, σελίδα 357).

Οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι καπιταλιστές της Ρωσίας δεν εξαφανίστηκαν, απαλλοτριώθηκαν όμως ολοκληρωτικά, νικήθηκαν πολιτικά πέρα για πέρα σαν τάξη και τα υπολείμματα της τάξης αυτής κρύφτηκαν ανάμεσα στους δημόσιους υπαλλήλους της σοβιετικής εξουσίας.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 44, σελίδα 5).

Δεν μπορείς να διώξεις τη γραφειοκρατία σε μια αγροτική χώρα. Μπορείς μόνο με μια αργή, επίμονη δουλειά, να τη μειώσεις.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 52, σελίδα 193).


Είμαστε υποχρεωμένοι να παίρνουμε και παλιούς υπαλλήλους, γιατί δεν υπάρχουν άλλοι.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 38, σελίδα 256).

Είναι καθαρό τι μας λείπει: το στρώμα των κομμουνιστών που διοικεί δεν έχει ένα ανώτερο επίπεδο πολιτισμού.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 45, σελίδα 95).

Είναι αλήθεια, μπορεί να δημιουργηθεί εδώ η εντύπωση ότι οι νικημένοι έχουν ανώτερο πολιτισμό. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ο πολιτισμός τους είναι άθλιος, τιποτένιος, ωστόσο βρίσκεται σε καλύτερο επίπεδο από τον δικό μας. Όσο κι αν είναι αξιοθρήνητος και άθλιος, είναι όμως ανώτερος από εκείνον που έχουν τα στελέχη μας, οι κομμουνιστές, γιατί αυτοί δεν ξέρουν αρκετά την τέχνη να διοικούν. Οι κομμουνιστές μπαίνοντας επικεφαλής ορισμένων υπηρεσιών-και πολλές φορές οι σαμποταριστές τους προωθούν σκόπιμα και έντεχνα εκεί για ν αποκτήσουν μια ταμπέλα-προκάλυμμα- πολλές φορές οι κομμουνιστές πιάνονται κορόϊδα.
Θα μπορέσουν οι υπεύθυνοι κομμουνιστές της ΣΟΣΔΡ και του ΚΚ Ρωσίας να καταλάβουν ότι δεν ξέρουν να διοικούν; Ότι φαντάζονται πως οδηγούν, ενώ στην πραγματικότητα τους οδηγούν; Αν μπορέσουν να καταλάβουν αυτό το πράγμα, τότε ασφαλώς θα μάθουν, γιατί μπορεί κανείς να μάθει. Μα για να μάθει κανείς πρέπει να μελετά, κι εμείς δεν μελετάμε. Σε μας δίνουν δεξιά κι αριστερά διαταγές και βγάζουν διατάγματα και το αποτέλεσμα δεν είναι καθόλου εκείνο που θέλουν.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 45, σελίδα 96).


Η οικονομική δύναμη που έχει στα χέρια του το προλεταριακό κράτος της Ρωσίας είναι εντελώς επαρκής για να εξασφαλιστεί το πέρασμα στον κομμουνισμό. Τι μας λείπει λοιπόν; Είναι καθαρό τι μας λείπει: το στρώμα των κομμουνιστών που διοικεί δεν έχει ένα ανώτερο επίπεδο πολιτισμού. Αν πάρουμε λχ τη Μόσχα, εκεί υπάρχουν 4.700 υπεύθυνοι κομμουνιστές κι αν πάρουμε τη γραφειοκρατική αυτή μηχανή, αυτό το βουνό- τότε ποιός, ποιόν οδηγεί εδώ; Αμφιβάλλω πολύ αν μπορεί κανείς να πει ότι οι κομμουνιστές οδηγούν αυτό το βουνό. Για να πούμε την αλήθεια δεν οδηγούν, αλλά οδηγούνται.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 45, σελίδα 95).


Μια επανάσταση στις μορφές της ιδιοκτησίας δεν λύνει το πρόβλημα του σοσιαλισμού, αλλά απλά το θέτει.
Η εφαρμογή σοσιαλιστικών μεθόδων για τη λύση προσοσιαλιστικών προβλημάτων, αυτή είναι όλη η ουσία της σημερινής οικονομικής και πολιτιστικής δουλειάς στη Σοβιετική Ένωση.
Η βάση της γραφειοκρατικής κυριαρχίας είναι η φτώχεια της κοινωνίας σε αντικείμενα κατανάλωσης, με αποτέλεσμα τον αγώνα του καθένα ενάντια σε όλους. Όταν υπάρχουν αρκετά αγαθά σ ένα κατάστημα, οι αγοραστές μπορούν να έρθουν όποτε θέλουν. Όταν υπάρχουν λίγα αγαθά, οι αγοραστές αναγκάζονται να κάνουν ουρά. Όταν οι ουρές είναι πολύ μακριές, είναι αναγκαίο να διοριστεί ένας αστυφύλακας για να κρατάει την τάξη. Αυτή είναι η αφετηρία της εξουσίας της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Αυτή «ξέρει» ποιος πρέπει να πάρει κάτι και ποιος πρέπει να περιμένει.
(
Τρότσκι, Προδομένη Επανάσταση).


Το κράτος μας δεν είναι εργατικό, αλλά εργατοαγροτικό. Από το πρόγραμμά μας είναι ήδη φανερό πως έχουμε κράτος εργατικό με γραφειοκρατική διαστρέβλωση.
(
Άπαντα Λένιν, τόμος 42, σελίδα 208).

Το «ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω» του Λένιν, ενός έξοχου μέλους της ομάδας της Ίσκρα, είναι μια μεθοδική έκθεση των ιδεών της υπερ-συγκεντρωτικής τάσης στο ρωσικό κίνημα.
Η κεντρική επιτροπή θα είναι το μόνο σκεπτόμενο στοιχείο στο κόμμα. Οι υπόλοιποι κομματικοί σχηματισμοί θα είναι απλά τα εκτελεστικά άκρα της.
Η σοσιαλδημοκρατία είναι το πρώτο κίνημα στην ιστορία των ταξικών κοινωνιών που βασίζεται σε όλες τις φάσεις και την πορεία του, στην οργάνωση και στην άμεση, ανεξάρτητη δράση των μαζών.
Κακοποιούμε τις λέξεις και αυταπατόμαστε όταν χρησιμοποιούμε τον ίδιο όρο την πειθαρχία- σε τόσο διαφορετικές καταστάσεις
Ποιο είναι το κοινό μεταξύ της συστηματικής υποταγής μιας καταπιεσμένης τάξης και την αυτό-πειθάρχηση και οργάνωση μιας τάξης που αγωνίζεται για τη χειραφέτησή της;
όμως απ τη γενική μας αντίληψη για τη φύση της σοσιαλδημοκρατικής οργάνωσης, αισθανόμαστε δικαιολογημένοι να συμπεράνουμε ότι το πνεύμα αυτό απαιτεί ιδίως στα πρώτα βήματα ενός μαζικού κινήματος- τον συντονισμό και την ενοποίηση του κινήματος και όχι την αυστηρή υποταγή σε ένα σύστημα κανονισμών.
Τίποτε δεν θα εγκλωβίσει σιγουρότερα ένα νεαρό εργατικό κίνημα στην ελίτ της διανόησης της πεινασμένης για εξουσία, απ αυτόν τον γραφειοκρατικό ζουρλομανδύα, που θ ακινητοποιήσει το κίνημα και θα το μετατρέψει σε ένα αυτόματο που θα το χειρίζεται η κεντρική επιτροπή. Απ την άλλη μεριά δεν υπάρχει καμιά μεγαλύτερη εγγύηση ενάντια στην οπορτουνιστική ίντριγκα και προσωπική φιλοδοξία, απ την ανεξάρτητη επαναστατική δράση του προλεταριάτου, σαν αποτέλεσμα της οποίας οι εργάτες θ αποκτήσουν την αίσθηση της πολιτικής υπευθυνότητας και της αυτοδυναμίας τους.
Αυτό που σήμερα είναι μόνο ένα φάντασμα που στοιχειώνει τη φαντασία του Λένιν, αύριο μπορεί να είναι πραγματικότητα.
Πολύ πιο σημαντικό είναι το θεμελιακό λάθος της ιδέας που διέπει τον ανεπιφύλακτο συγκεντρωτισμό, ότι δηλαδή ο δρόμος του οπορτουνισμού μπορεί να εμποδιστεί με τις παραγράφους του κομματικού καταστατικού.
ένα ιστορικό ρεύμα μπορεί να περάσει ακόμα κι απ το κόσκινο της πιο προσεκτικά διατυπωμένης παραγράφου.
Συμπεραίνουμε ότι το κίνημα αυτό μπορεί καλύτερα να προχωρήσει με το να ελίσσεται ανάμεσα απ τους δυο κινδύνους που συνεχώς το απειλούν. Δηλαδή απ την απώλεια του μαζικού χαρακτήρα και την εγκατάλειψη του τελικού στόχου. Ο πρώτος είναι ο κίνδυνος τη επιστροφής στο χαρακτήρα της σέκτας, ο δεύτερος είναι αυτός του να καταντήσουμε ένα κίνημα αστικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.
Το μόνο «υποκείμενο» που αξίζει το ρόλο του διευθυντή, είναι το συλλογικό «εγώ» της εργατικής τάξης.
Η εργατική τάξη απαιτεί το δικαίωμα να κάνει τα λάθη της και να μάθει τη διαλεκτική της ιστορίας.
Ας μιλήσουμε ανοιχτά. Ιστορικά, τα λάθη που διαπράττονται από ένα πραγματικά επαναστατικό κίνημα, είναι απείρως περισσότερο καρποφόρα, απ το οποιοδήποτε αλάθητο της πιο έξυπνης κεντρικής επιτροπής.
(
Ρόζα Λούξενμπουργκ, Μαρξισμός ή Λενινισμός).

Χωρίς την απεριόριστη ελευθερία του τύπου, χωρίς το δικαίωμα να συνεταιρίζονται και να συνέρχονται ελεύθερα, είναι εντελώς αδύνατο να εννοηθεί η κυριαρχία των μεγάλων λαϊκών μαζών.
Η αστική ταξική κυριαρχία δεν είχε ανάγκη απ τη μόρφωση και την πολιτική διαπαιδαγώγηση όλης της λαϊκής μάζας ή τουλάχιστον δεν την είχε ανάγκη πέρα από ορισμένα πολύ στενά όρια. Για την προλεταριακή δικτατορία όμως, αυτά είναι τα ζωτικά της στοιχεία, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρχει.
καταργώντας τη δημόσια ζωή, έφραξαν την πηγή της πολιτικής πείρας και της προοδευτικής ανάπτυξης.
Η ελευθερία νοείται πάντα ελευθερία για κείνον που σκέφτεται διαφορετικά
Ο απόλυτος δημόσιος έλεγχος είναι αναγκαίος.
Η πρακτική του σοσιαλισμού απαιτεί μια πλήρη πνευματική μεταμόρφωση των ξεπεσμένων από αιώνες αστικής κυριαρχίας μαζών. Πρέπει να μπουν κοινωνικά ένστικτα στη θέση των εγωϊστικών, μαζική πρωτοβουλία στη θέση της αδράνειας, ιδεαλισμός που ξεπερνάει όλα τα πάθη.
Ο μοναδικός δρόμος γι αυτή την αναγέννηση είναι το σχολείο της δημόσιας ζωής, η απεριόριστη και όσο το δυνατόν πλατύτερη δημοκρατία, η κοινή γνώμη. Η τρομοκρατία είναι εκείνη που διαφθείρει.
χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει μέσα σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο.
Το βασικό λάθος της θεωρίας των Λένιν-Τρότσκι είναι ότι, ακριβώς όπως ο Κάουτσκι, αντιθέτουν τη δικτατορία προς τη δημοκρατία. «Δημοκρατία ή δικτατορία», έτσι μπαίνει το ζήτημα τόσο για τους μπολσεβίκους, όσο και για τον Κάουτσκι.
(
το προλεταριάτο όταν πάρει την εξουσία, πρέπει ν ασκήσει αμέσως) δικτατορία της τάξης, όχι ενός κόμματος ή μιας κλίκας, δικτατορία μιας τάξης, δηλαδή μέσα στην πιο πλατιά δημοκρατία με την πιο ενεργή και ανεμπόδιστη συμμετοχή των λαϊκών μαζών, μέσα σε μια απεριόριστη δημοκρατία.
Η σοσιαλιστική δημοκρατία αρχίζει ταυτόχρονα με το έργο της κατάλυσης της ταξικής κυριαρχίας, απ τη στιγμή της κατάληψης της εξουσίας απ το σοσιαλιστικό κόμμα.
Αυτή η δικτατορία έγκειται στον τρόπο εφαρμογής της δημοκρατίας και όχι στην κατάλυσή της.
Ακόμη αυτή η δικτατορία πρέπει να είναι το έργο της τάξης και όχι μιας μικρής μειοψηφίας, που διευθύνει εν ονόματι της τάξης.
Μ άλλα λόγια πρέπει να προχωρά ανάλογα με την ενεργό συμμετοχή των μαζών, να παραμένει κάτω απ την άμεση επίδρασή τους, να υποτάσσεται στον έλεγχο ολόκληρου του λαού και να είναι προϊόν της αυξανόμενης πολιτικής διαπαιδαγώγησης των λαϊκών μαζών.
(
ο Λένιν και οι σύντροφοί του) πρόσφεραν ό,τι πραγματικά μπορούσε να προσφερθεί κάτω από δύσκολες συνθήκες. Ο κίνδυνος αρχίζει απ τη στιγμή που μεταβάλλοντας την ανάγκη σε αρετή, αποκρυσταλλώνουν θεωρητικά την αναγκαστική, χάρη στους μοιραίους αυτούς όρους (την τρομακτική πίεση του παγκόσμιου πολέμου, την αδράνεια του γερμανικού προλεταριάτου, της γερμανικής κατοχής και όλων των άλλων εξαιρετικών δυσκολιών, δυσκολιών που θα μπορούσαν να διαφθείρουν κάθε σοσιαλιστική πολιτική) τακτική τους και θέλουν να την επιβάλλουν στο διεθνές προλεταριάτο σαν αξιομνημόνευτο πρότυπο σοσιαλιστικής τακτικής.
οι μπολσεβίκοι έδειξαν ότι στάθηκαν ικανοί για κάθε τι που θα μπορούσε να επιτύχει ένα γνήσιο επαναστατικό κόμμα, μέσα στα όρια των ιστορικών δυνατοτήτων.
Εκείνο που χρειάζεται είναι να γίνεται διάκριση στην πολιτική των μπολσεβίκων του ουσιώδους απ το επουσιώδες, του σταθερού απ το συμπτωματικό.
η σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο σε διεθνή κλίμακα.
Στη Ρωσία το πρόβλημα μπορούσε μόνο να τεθεί, δεν μπορούσε να λυθεί.
(
Ρόζα Λούξενμπουργκ, Ρωσική Επανάσταση).


Το ιστορικό προτσές της πάλης των εχθρικών δυνάμεων έχει αντικατασταθεί από την εξέλιξη του Μπολσεβικισμού στο κενό. Ο Μπολσεβικισμός, όμως, δεν είναι παρά μια πολιτική τάση στενά συνδεδεμένη με την εργατική τάξη, αλλά όχι ταυτόσημη με αυτήν. Και πέρα από την εργατική τάξη, υπάρχουν στην Σοβιετική Ένωση, εκατό εκατομμύρια χωρικοί, διάφορες εθνότητες, και μια κληρονομιά καταπίεσης, αθλιότητας και αμάθειας. Το κράτος που χτίστηκε από τους Μπολσεβίκους αντανακλά όχι μόνο τη σκέψη και τη θέληση του Μπολσεβικισμού, αλλά και το πολιτιστικό επίπεδο της χώρας, την κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού, την πίεση ενός βάρβαρου παρελθόντος και ενός όχι λιγότερο βάρβαρου παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Το να παρουσιάζει κανείς το προτσές του εκφυλισμού του Σοβιετικού κράτους σαν την εξέλιξη του καθαρού Μπολσεβικισμού, είναι σαν να αγνοεί την κοινωνική πραγματικότητα, στο όνομα ενός από τα στοιχεία της, απομονωμένου με την καθαρή λογική. Αρκεί να αποκαλέσει κανείς με το πραγματικό του όνομα το στοιχειώδες αυτό λάθος, για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος του.
Όπως και νάχει, ο Μπολσεβικισμός δεν ταυτίστηκε ποτέ με την Οχτωβριανή Επανάσταση ή με το Σοβιετικό κράτος που προέκυψε απ΄ αυτήν. Ο Μπολσεβικισμός θεωρούσε τον εαυτό του σαν έναν από τους παράγοντες της Ιστορίας, τον "συνειδητό της" παράγοντα - έναν πολύ σπουδαίο αλλά όχι τον αποφασιστικό παράγοντα. Ποτέ δεν κάναμε το αμάρτημα του ιστορικού υποκειμενισμού. Είδαμε τον αποφασιστικό παράγοντα - πάνω στην υπάρχουσα βάση των παραγωγικών δυνάμεων - στην ταξική πάλη, όχι μόνο σε εθνική αλλά σε διεθνή κλίμακα.
Όταν οι Μπολσεβίκοι έκαναν παραχωρήσεις στην τάση των χωρικών για ατομική ιδιοχτησία, έβαλαν αυστηρούς κανόνες για την είσοδο μελών στο Κόμμα, ξεκαθάρισαν το Κόμμα από τα ξένα στοιχεία, απαγόρεψαν τα άλλα κόμματα, εισήγαγαν τη ΝΕΠ, κάνανε εκχωρήσεις σ΄ ότι αφορά τις επιχειρήσεις ή κλείσανε διπλωματικές συμφωνίες με ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις, έβγαλαν μερικά συμπεράσματα από το βασικό γεγονός που τους ήταν θεωρητικά καθαρό από την αρχή: ότι η κατάκτηση της εξουσίας, όσο σπουδαία και αν είναι από μόνη της, με κανέναν τρόπο δεν μεταμορφώνει το Κόμμα σε έναν κυρίαρχο ρυθμιστή του ιστορικού προτσές. Έχοντας πάρει στα χέρια του το κράτος, το Κόμμα είναι ικανό, βέβαια, να επηρεάσει την ανάπτυξη της κοινωνίας με μια δύναμη που προηγούμενα του ήταν απρόσιτη. Αλλά, με τη σειρά του, εκθέτει τον εαυτό του κάτω από την επίδραση όλων των άλλων στοιχείων της κοινωνίας - μια επίδραση δέκα φορές μεγαλύτερη. Μπορεί το Κόμμα, με μια άμεση επίθεση των εχθρικών δυνάμεων, να απομακρυνθεί από την εξουσία. Με έναν πιο βραδύ ρυθμό ανάπτυξης, μπορεί να εκφυλιστεί εσωτερικά, ενώ θα κρατιέται στην εξουσία. Είναι ακριβώς αυτή η διαλεχτική του ιστορικού προτσές που δεν κατανοείται από εκείνους τους σεχταριστές γνωσιολόγους που προσπαθούν να ανακαλύψουν στην παρακμή της σταλινικής γραφειοκρατίας ένα συντριπτικό επιχείρημα ενάντια στον Μπολσεβικισμό.
Στην ουσία αυτοί οι κύριοι λένε: το επαναστατικό κόμμα που δεν εμπεριέχει μέσα του καμιά εγγύηση ενάντια στον εκφυλισμό του είναι κακό. Με ένα τέτοιο κριτήριο, ο Μπολσεβικισμός είναι φυσικά καταδικασμένος: δεν έχει κανένα φυλαχτό. Αλλά το ίδιο το κριτήριο είναι λαθεμένο. Η επιστημονική σκέψη απαιτεί μια συγκεκριμένη ανάλυση: πώς και γιατί εκφυλίστηκε το Κόμμα; Μέχρι τώρα, κανείς άλλος, πέρα από τους ίδιους τους Μπολσεβίκους, δεν έδωσαν μια τέτοια ανάλυση. Για να το κάνουν αυτό δεν χρειάστηκε να σπάσουν από τον Μπολσεβικισμό. Αντίθετα, βρήκαν στο οπλοστάσιό του όλα όσα χρειάζονταν για να εξηγήσουν την μοίρα του. Έβγαλαν τούτο δω το συμπέρασμα: είναι βέβαιο ότι ο σταλινισμός "βγήκε" από τον Μπολσεβικισμό, ωστόσο, όχι λογικά, αλλά διαλεχτικά, όχι σαν μια επαναστατική θέση αλλά σαν μια θερμιδωριανή άρνηση. Κι αυτό δεν είναι καθόλου το ίδιο.
Το Κόμμα δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας της εξέλιξης και σε μια μεγαλύτερη ιστορική κλίμακα δεν είναι ο αποφασιστικός παράγοντας.
Είναι φανερό ότι η πηγή του κακού βρίσκεται στο κράτος. Από μια πλατιά ιστορική άποψη, υπάρχει ένας κόκκος αλήθειας σ΄ αυτόν τον συλλογισμό. Το κράτος, σαν καταπιεστικός μηχανισμός είναι αναμφίβολα μια πηγή πολιτικής και ηθικής μόλυνσης. Αυτό ισχύει, επίσης, όπως μας έδειξε η πείρα και για το εργατικό κράτος. Κατά συνέπεια, μπορεί να πει κανείς ότι ο σταλινισμός είναι ένα προϊόν μιας κοινωνικής κατάστασης, στην οποία η κοινωνία δεν είναι ακόμα ικανή να απαλλαγεί από τον ζουρλομανδύα του κράτους. Αλλά αυτή η θέση, που δεν συνεισφέρει τίποτε στην αξιολόγηση του Μπολσεβικισμού ή του Μαρξισμού, χαρακτηρίζει μόνο το γενικό επίπεδο πολιτισμού της ανθρωπότητας, και, πάνω απ΄ όλα, το συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στο προλεταριάτο και τη μπουρζουαζία. Συμφωνώντας με τους αναρχικούς ότι το κράτος, ακόμα και το εργατικό κράτος, είναι το τέκνο της ταξικής βαρβαρότητας και ότι η πραγματική ανθρώπινη ιστορία θα αρχίσει με την κατάργηση του κράτους, έχουμε ακόμα μπροστά μας ζωντανό το πρόβλημα: ποιος τρόπος και ποιες μέθοδες θα οδηγήσουν, τελικά, στην κατάργηση του κράτους; Η τελευταία εμπειρία αποδείχνει πάντως ότι δεν είναι οι μέθοδες του αναρχισμού.
(
Τρότσκι, «Σταλινισμός και μποσλεβικισμός»).

Στον καπιταλισμό ο δημοκρατισμός είναι στενός, συμπιεσμένος, κουτσουρεμένος, παραμορφωμένος, απ όλες τις συνθήκες της μισθωτής δουλείας, της ανέχειας και της εξαθλίωσης των μαζών. Γι αυτό και μόνο οι υπάλληλοι των πολιτικών και επαγγελματικών οργανώσεών μας διαφθείρονται (ή για να μιλήσουμε ακριβέστερα έχουν την τάση να διαφθαρούν) απ τις συνθήκες του καπιταλισμού και παρουσιάζουν την τάση να μετατραπούν σε γραφειοκράτες, δηλ. σε προνομιούχα πρόσωπα, ξεκομμένα απ τις μάζες, που στέκουν πάνω απ τις μάζες. Εδώ βρίσκεται η ουσία του γραφειοκρατισμού, που όσο δεν θα έχουν απαλλοτριωθεί οι καπιταλιστές, όσο δεν θα έχει ανατραπεί η αστική τάξη, θα είναι αναπότρεπτη μια ορισμένη «γραφειοκρατικοποίηση», ακόμη και των προλετάριων δημόσιων λειτουργών.
(Λένιν, τ. 33, σελ. 115, «Κράτος και επανάσταση»).